Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

ετών 4.

πατούσες ξυπόλητες
παρακολουθώ δυό πόδια μικρού παιδιού
να κινούνται αργά αλλά με βήμα σίγουρο
χώμα κάτω
λίγα χαλίκια που και που
την τσιμπούσαν λίγο αλλά τα συνήθησε
απλά μόλις τα ένιωθε να ακουμπάνε στο δέρμα της 
τα ακουμπούσε απαλά
μπορούσε να ελέγξει πια το βάρος της χωρίς καν να το καταλάβει.

τα ποδαράκια έφτασαν μπροστά σε μια μπανιέρα
ναι , ξέρω ακούγεται περίεργο.
μια παλιά εγκατελλημένη μπανιέρα στην άκρη του δρόμου.
είναι να αναρωτιέσαι βέβαια το πώς και γιατί υπάρχει εκεί μια μπανιέρα
αφου οι περισσότεροι του χωριού δεν είχαν μπάνια.
ούτε τουαλέτες.
έκαναν μπάνιο έξω.
ενώ το χειμώνα πλενόντουσαν σε μεγάλες , βαθιές λεκάνες.
σαν εκείνην που έκανε το μπανάκι του ο χριστούλης σας .
-ίσως να την έφεραν οι υπήκοοι του τσάρου αλέξανδρου.
ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις τις ορέξεις ενός τσάρου.

η μπανίερα είναι γεμάτη φύλλα.
και λογικό φυσικά.
μια μεγάλη καρυδιά σκέπαζε και την κολυμπήθρα των παιδικών μου αναμνησεων,
τα 3 σκαλοπτάκια
το πηγάδι 
και τον πέτρινο τοίχο που αγκάλιαζε γλυκά όλα τα αγαπημένα μου αντικείμενα.

τα φύλλα είναι στην μπανιέρα, εκεί έμεινα, 
χρώμμα πράσινο και πορτοκαλί
όλα έδειχναν πως πλησίαζε φθινόπωρο.
τα ποδαράκια ξαφνικά μπαινουν με θράσσος και άνεση μέσα.
μα τα ποδαράκια έγιναν τέσσερα.
είναι ο γείτονας σύντροφος .
έχει και εκείνος κοκκαλιάρικες πατούσες.

κοιτώ ψηλά
χέρια πετάνε
και φύλλα
φωνές ακούγονται
γέλια
ικανοποίηση
ευτυχία αισθάνομαι

η καρδία μου γέμισε και τα μάτια παραπλανήθηκαν
κοιτάνε να βρούν ξανά τα ποδαράκια

τα σκαλοπατάκια τα φιλοξενούν
πέτρινα
πρασινάδα πυκνή έχουν κάνει κατάληψη πάνω τους.

απο εκεί που κάθεται 
αν κοιτάξω ευθεία , απέναντι μου το σπίτι του γείτονα
τα κάγκελα του σπιτιού του έχουν μαύρα σταφύλια
όσοι περνούσαν άρπαζαν ένα μικρό πουγκί.
- εγώ έπαιρνα ελεύθερα .

τα πόδια ξανακινούνται. κατευθύνονται στο πηγάδι
το σώμα λυγίζει
κοιτά μέσα στο πηγάδι
μα τι πάει να κάνει?
θέλει να πέσει μέσα?
η μήπως διψά πολύ?
όχι όχι 
ξαναπαίρνει την αρχική του στάση

ρίχνει μια πετρούλα μέσα
.
.
.
.
πλάτς
κάπου 20 μέτρα βάθος

που και που τα χέρια της κουβαλούσαν νερό 
το σώμα της έγερνε απο το κουβά
πάντα επέμενε να φέρνει έναν γεμάτο
με δυσκολία
παρά δύο μισούς
με ευκολία


πόσο μπορεί να σε ταξιδέψει μια απλή ανάμνηση παιδική




προσθέτω εικόνες
σηκώνω πέτρες απο το χώμα και βλέπω σκουλίκια, τρομάζω και τα τεμαχίζω με δέος, όπλο μου η πέτρα, ο σέργιος να με κοιτά και να μου λεει πως αν δεν τα λιώσω , δεν θα πεθάνουν.

τα άγουρα καρύδια του δέντρου. πράσινα. έκανα μια τομή στην μέση και έτρωγα το εσωτερικό.
ο σέργιος συχνά μου τα καθάριζε γιατί τα χέρια έπαιρναν ένα πράσινο-καφέ χρώμα . εγώ τα κουβαλόυσα στη μπλούζα μου και εκείνος καθάριζε.

δεν ήταν πρέπον στο σχολείο τα βρώμικα χέρια, οι βρώμικες στολές και τα γόνατα με πληγές, κληρονομιά απο τα κυνηγητά των καλοκαιρινών διακοπών.





Δεν υπάρχουν σχόλια: